Ορθαγόρας

Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Ο πρώτος τύραννος της Σικυώνας (τελευταίες δεκαετίες του 7ου αι. π.Χ.). Οι αρχαίες παραδόσεις για τον Ο. και την οικογένεια του (Ορθαγορίδαι) είναι αντιφατικές: το πιθανότερο είναι ότι ο Ο. ήταν ένας ευγενής που, επωφελούμενος από τις πολιτικές και κοινωνικές ταραχές, πέτυχε με την υποστήριξη των μέσων ιδιοκτητών να γίνει κύριος της Σικυώνας. Ο διασημότερος από τους απογόνους του υπήρξε ο Κλεισθένης. Επί των Ορθαγοριδών, η Σικυών γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή της και έγινε σημαντικό καλλιτεχνικό κέντρο (πλαστική, ζωγραφική). 2. Θηβαίος αυλητής που αναφέρεται από τον Πλάτωνα. Λέγεται ότι ήταν δάσκαλος του Επαμεινώνδα. 3. Συγγραφέας που έζησε στα χρόνια του Μεγάλου Αλέξανδρου και των διαδόχων του και έγραψε έργα σχετικά με τους Ινδούς και την Ερυθρά θάλασσα.
* * *
Ὀρθαγόρας, ὁ (Α)
πλαστό κύριο όν. με το οποίο γίνεται υπαινιγμός με αισχρή σημασία σε κάποιο άγνωστο πρόσωπο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὀρθός + -αγόρας (< ἀγορά), πρβλ. Πυλ-αγόρας. Το ανθρωπωνύμιο αυτό έχει χρησιμοποιηθεί ως υπαινικτικό τής λ. ὄλισβος «δερμάτινο ομοίωμα πέους»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ὀρθαγόρας — ὀρθαγόρᾱς , ὀρθαγόρας masc acc pl ὀρθαγόρᾱς , ὀρθαγόρας masc nom sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ὀρθαγόρας — Ὀρθαγόρᾱς , Ὀρθαγόρης masc acc pl Ὀρθαγόρᾱς , Ὀρθαγόρης masc nom sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀρθαγόρου — ὀρθαγόρας masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀρθαγόραν — ὀρθαγόρᾱν , ὀρθαγόρας masc acc sg (attic epic doric aeolic) ὀρθαγόρας masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀρθαγόρᾳ — ὀρθαγόραι , ὀρθαγόρας masc nom/voc pl ὀρθαγόρᾱͅ , ὀρθαγόρας masc dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ОФАГОР —    • Orthagŏras,          Όρθαγόρας, сикионянин незнатного происхождения, который в 670 г. до Р. X. сделался тираном в Сикионе, упрочил свою власть умеренностью и благоразумием и передал по наследству своим потомкам. Aristot. polit. 5, 9 …   Реальный словарь классических древностей

  • OGYRIS — insula maris Indici ex adverso orae Arabiae Fel. ad Ortum, Erythraei regis monumentô nobilitata. Eius meminit Dionysius ὁ Περιηγητὴς, v. 607. Ε῎ςτι δέ τοι προτέρῳ Καρμανίδος ἔκτοθεν ἄκρης Ω῎γυρις, ἔνθα τε τύμβος Ε᾿ρυθραίου βασιλῆος. Mela l. 3. c …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ορθαγορίσκος — ο (Α ὀρθαγορίσκος) νεοελλ. ζωολ. γένος ψαριών που το γνωστότερο είδος του έχει την κοινή ονομασία φεγγαρόψαρο αρχ. 1. χοιρίδιο που ακόμη θηλάζει 2. είδος ψαριού. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Κατά μία άποψη, η λ. έχει προέλθει από το όν. τού τυράννου …   Dictionary of Greek

  • Σικυών — I Αρχαία πόλη της βορειοανατολικής Πελοποννήσου, κοντά στο σημερινό Κιάτο (του οποίου ο δήμος ονομάζεται δήμος Σικυώνας· υπάρχει επίσης και σημερινό χωριό με το όνομα Σικυών) στην περιοχή της Σικυωνίας. Η αρχαία Σικυωνία στη βόρεια πλευρά της… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.